Μιλτιάδης Κοτζιάμπασης (Π.Ε. 70)
Για καλύτερη θέαση, μπορείτε να γυρίσετε το κινητό οριζόντια.
Μια ανησυχητική διαπίστωση που ακούγεται όλο και πιο συχνά από εκπαιδευτικούς, γονείς, ακόμα και από τους ίδιους τους μαθητές, είναι η φθίνουσα τάση σεβασμού των ορίων στα σχολεία. Φαίνεται πως κάθε νέα σχολική χρονιά φέρνει μαζί της μια αίσθηση ότι τα παιδιά δυσκολεύονται περισσότερο να κατανοήσουν και να τηρήσουν τους κανόνες, να σεβαστούν την εξουσία των δασκάλων και να επιδείξουν ενσυναίσθηση προς τους συμμαθητές τους.
Πολλά είναι τα πιθανά αίτια αυτής της φαινομενικής επιδείνωσης. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και η ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε πληθώρα πληροφοριών και εικόνων μπορεί να διαβρώσει την ικανότητα των παιδιών να διακρίνουν το σωστό από το λάθος, το αποδεκτό από το μη αποδεκτό. Η έλλειψη άμεσης, προσωπικής επαφής και η υπερβολική εξάρτηση από ψηφιακές πλατφόρμες μπορεί να οδηγήσει σε αμβλυμένες κοινωνικές δεξιότητες και μειωμένη ικανότητα κατανόησης των συναισθημάτων των άλλων.
Επιπλέον, οι σύγχρονες κοινωνικές δομές και οι πιέσεις που ασκούνται στις οικογένειες μπορεί να συμβάλλουν σε αυτό το φαινόμενο. Γονείς που εργάζονται πολλές ώρες, λιγότερος χρόνος για ποιοτική επικοινωνία με τα παιδιά τους και μια γενικότερη τάση για πιο «επιτρεπτική» ανατροφή, χωρίς σαφή όρια και συνέπειες, μπορεί να οδηγήσει σε παιδιά που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στους κανόνες του σχολείου.
Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης είναι πολλαπλές και ανησυχητικές. Από την απλή ανυπακοή και τις διακοπές στην τάξη, μέχρι πιο σοβαρά περιστατικά όπως ο εκφοβισμός και η έλλειψη σεβασμού προς τους δασκάλους, η απουσία σαφών ορίων δημιουργεί ένα χαοτικό και μη παραγωγικό περιβάλλον μάθησης για όλους. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αντιμετωπίσουν όλο και πιο απαιτητικές συμπεριφορές, ενώ οι μαθητές που επιθυμούν να μάθουν εμποδίζονται από την αταξία και την έλλειψη σεβασμού.
Δεν υπάρχει μια εύκολη λύση σε αυτό το σύνθετο πρόβλημα. Απαιτείται μια συντονισμένη προσπάθεια από όλους τους εμπλεκόμενους: οικογένεια, σχολείο και κοινωνία. Οι γονείς θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους ως προς την θέσπιση σαφών ορίων και την επιβολή συνεπειών, ενώ το σχολείο θα πρέπει να ενισχύσει τα προγράμματα κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης, δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και του αλληλοσεβασμού.
Ίσως είναι καιρός να αναλογιστούμε τις ευθύνες μας και να αναγνωρίσουμε ότι η δημιουργία ενός υγιούς και ασφαλούς σχολικού περιβάλλοντος, όπου τα παιδιά μπορούν να ευδοκιμήσουν ακαδημαϊκά και κοινωνικά, περνάει απαραίτητα μέσα από την καλλιέργεια του σεβασμού των ορίων. Αν δεν δράσουμε άμεσα, η διαπίστωση ότι «κάθε χρόνο η κατάσταση χειροτερεύει» θα συνεχίσει να αντηχεί, υπονομεύοντας το μέλλον των παιδιών μας και της κοινωνίας μας.